This is a translation of Guattari’s essay ”Machine and Structure” that I did with friend and comrade Giannis E. Keep in mind that we are not professional translators and this does not claim to be a translation of professional level. It is simply a modest effort made in the hope that it will facilitate the understanding of this work by a Greek audience. Note also that we have left out the footnotes.
Παρακάτω παρατίθεται η μετάφραση στα Ελληνικά του δοκιμίου ”Μηχανή και Δομή” του Felix Guattari την οποία έκανα μαζί με τον φίλο και σύντροφο Γιάννη Ε. Να σημειωθεί ότι δεν είμαστε επαγγελματίες μεταφραστές και η συγκεκριμένη μετάφραση δεν είναι επαγγελματικού επιπέδου. Είναι απλά μια ταπεινή προσπάθεια που έγινε με την ελπίδα ότι θα διευκολύνει την κατανόσηση αυτού του δοκιμίου από το Ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Να σημειωθεί επίσης ότι έχουμε παραλείψει τις υποσημειώσεις.
Felix Guattari
Μηχανή και Δομή
Η διάκριση που προτείνω μεταξύ μηχανής και δομής βασίζεται αποκλειστικά στο τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούμε τις λέξεις• μπορεί να θεωρήσουμε ότι έχουμε απλώς να κάνουμε με μια ‘‘γραπτή συσκευή’’ του είδους που κάποιος πρέπει να εφεύρει για να λύσει ένα μαθηματικό πρόβλημα, ή με ένα αξίωμα που μπορεί να χρειαστεί επανεξέταση σε ένα ορισμένο στάδιο ανάπτυξης, η πάλι με το είδος της μηχανής για το οποίο θα μιλήσουμε εδώ.
Θέλω λοιπόν να ξεκαθαρίσω ότι θέτω εντός παρένθεσης το γεγονός ότι στη πραγματικότητα μια μηχανή δε διαχωρίζεται από τις δομικές της αρθρώσεις και αντιστοίχως ότι κάθε ενδεχόμενη δομή κυριαρχείται (και αυτό είναι που θέλω να δείξω) από ένα σύστημα μηχανών, η τουλάχιστον από μια λογική μηχανή. Μου φαίνεται ζωτικής σημασίας να ξεκινήσουμε εδραιώνοντας τη διάκριση με σκοπό να γίνει ευκολότερο να αναγνωριστούν οι ιδιαίτερες υποκειμενικές θέσεις σχετικά με τα γεγονότα και την ιστορία.
Θα μπορούσαμε να πούμε για τη δομή ότι τοποθετεί τα στοιχεία της διαμέσου ενός συστήματος αναφορών που συσχετίζει το καθένα με τα υπόλοιπα, με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί και το ίδιο να συσχετιστεί ως ένα στοιχείο με άλλες δομές.
Ο παραγωγός της δράσης του οποίου ο ορισμός εδώ δεν επεκτείνεται πέρα από αυτή την αρχή αμοιβαίου καθορισμού, εμπεριέχεται στη δομή. Η δομική διαδικασία από-ολοποιητικής ολοποίησης περικλείει το υποκείμενο και δε πρόκειται να το αφήσει όσο βρίσκεται σε θέση να το αποκαταστήσει εντός ενός άλλου δομικού καθορισμού.
Από την άλλη μεριά, η μηχανή παραμένει ουσιαστικά απόμακρη από τον παραγωγό της δράσης. Το υποκείμενο είναι πάντα κάπου αλλού. Η χρονικότητα διεισδύει στη μηχανή από όλες τις πλευρές και μπορεί να συσχετιστεί με αυτήν μόνο ύστερα από τη κατασκευή ενός γεγονότος. Η ανάδυση της μηχανής σηματοδοτεί μια ημερομηνία, μια αλλαγή διαφορετική από μια δομική αναπαράσταση.
Η ιστορία της τεχνολογίας χρονολογείται από την ύπαρξη σε κάθε στάδιο ενός συγκεκριμένου τύπου μηχανής• η ιστορία των επιστημών σε όλα τα πεδία της φτάνει τώρα σε ένα σημείο όπου κάθε επιστημονική θεωρία μπορεί να προσληφθεί ως μια μηχανή παρά μια δομή που τη συσχετίζει με τη τάξη της ιδεολογίας. Κάθε μηχανή είναι η άρνηση, αυτή που καταστρέφει μέσω ενσωμάτωσης (σχεδόν σε βαθμό απέκκρισης/αποβολής) τη μηχανή που αντικαθιστά. Και βρίσκεται δυνητικά σε παρόμοια σχέση με τη μηχανή που θα πάρει τη θέση της.
Οι δομικοί καθορισμοί των μηχανών του χθες, του σήμερα και του αύριο δεν συσχετίζονται μεταξύ τους: μόνο μέσω μιας διαδικασίας ιστορικής ανάλυσης, μέσω αναφοράς σε μια σημειωτική αλυσίδα εξωτερική στη μηχανή, μέσω αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ιστορικό δομισμό, μπορούμε να αποκτήσουμε μια συνολική αντίληψη των συνεπειών της συνέχειας, της ανάδρασης και ενδο-ένωσης/ενδο-σύνδεσης που μπορεί να αναπαραστήσει.
Για τη μηχανή, το υποκείμενο της ιστορίας βρίσκεται αλλού, στη δομή. Στη πραγματικότητα, το υποκείμενο της δομής ιδωμένο στη σχέση αποξένωσης που διατηρεί με ένα σύστημα από-ολοποιητικής ολοποίησης θα έπρεπε μάλλον να γίνει αντιληπτό σε σχέση με ένα φαινόμενο του ‘‘να είσαι ένα εγώ’’ – το εγώ εδώ βρισκόμενο σε αντίθεση με το υποκείμενο του ασυνείδητου καθώς αντιστοιχεί στην αρχή που τίθεται από τον Lacan: ένα σημαίνων το αναπαριστά για ένα άλλο σημαίνων. Το ασυνείδητο υποκείμενο ως τέτοιο θα βρίσκεται στην ίδια πλευρά με τη μηχανή ή καλύτερα ίσως δίπλα στη μηχανή. Δεν υπάρχει ρήγμα στην ίδια τη μηχανή: η ρωγμή βρίσκεται και στις δύο πλευρές της.
Η σχέση του ατόμου με τη μηχανή έχει σκιαγραφηθεί από κοινωνιολόγους ακολουθώντας τον Friedmann ως μια σχέση θεμελιώδους αλλοτρίωσης. Αυτό είναι αναμφίβολα αληθές αν κάποιος σκεφτεί το άτομο ως μια δομή για την ολοποίηση του φαντασιακού. Όμως η διαλεκτική του ειδικού τεχνίτη και του μαθητευόμενου, και οι παλιές εικόνες των παλιών επαγγελμάτων που ανθίζουν σε διαφορετικά μέρη της χώρας, όλα αυτά γίνονται ανούσια μπροστά στη σύγχρονη μηχανοποιημένη βιομηχανία που απαιτεί από τους εξειδικευμένους εργάτες της να ξεκινήσουν ξανά από την αρχή με κάθε νέα τεχνολογική πρόοδο. Αλλά δεν είναι αυτό το ξεκίνημα και πάλι απ’ την αρχή που σηματοδοτεί ακριβώς αυτή τη θεμελιώδη ανακάλυψη η οποία χαρακτηρίζει το ασυνείδητο υποκείμενο;
Η είσοδος σε ένα επαγγελματικό πεδίο και το να γίνεις αποδεκτός ως εξειδικευμένος εργάτης, δεν είναι κάτι που γίνεται πλέον μέσω θεσμών ή τουλάχιστον όχι μέσω αυτών που αποτυπώνονται σε φράσεις όπως ‘‘η ικανότητα προηγείται της μηχανής’’. Με το βιομηχανικό καπιταλισμό η σπασμωδική εξέλιξη των μηχανημάτων συνεχώς ξεπερνάει τα όρια της υπάρχουσας ιεραρχίας των ικανοτήτων.
Με αυτή την έννοια η αλλοτρίωση του εργάτη από τη μηχανή τον αποκλείει από οποιαδήποτε δομική ισορροπία και τον τοποθετεί σε μια θέση όπου βρίσκεται όσο το δυνατόν πιο κοντά σε ένα ριζοσπαστικό σύστημα αναδιάταξης, θα μπορούσαμε να πούμε ευνουχισμού, όπου χάνει κάθε ηρεμία, κάθε ασφάλεια αυτό-επιβεβαίωσης, όλη την αιτιολόγηση της ‘‘αίσθησης του ανήκειν’’ σε ένα επάγγελμα. Επαγγελματικά σώματα σαν αυτά που υπάρχουν ακόμη, όπως γιατροί, φαρμακοποιοί ή δικηγόροι, είναι απλά απομεινάρια από τις ημέρες των προ-καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.
Αυτή η αλλαγή είναι φυσικά αφόρητη• για αυτό, η θεσμική παραγωγή επιχειρεί να συγκαλύψει το τι συμβαίνει με το να στήνει συστήματα ισοδύναμων, συστήματα απομιμήσεων. Η ιδεολογική βάση τους μπορεί να εντοπιστεί όχι μόνο στα φασιστικού-τύπου πατερναλιστικά σλόγκαν για την εργασία, την οικογένεια και το πατριωτισμό, αλλά επίσης και εντός των διάφορων εκδοχών του σοσιαλισμού (συμπεριλαμβανομένων ακόμη και των πιο ελευθεριακών όπως αυτόν της Κούβας) με το καταπιεστικό μύθο τους για τον εργάτη πρότυπο, και την εξύμνηση της μηχανής της οποίας η λατρεία έχει πάνω κάτω τον ίδιο ρόλο με αυτή του ήρωα στην αρχαιότητα.
Συγκρινόμενη με τη δουλειά που γίνεται απ’ τις μηχανές, η δουλειά των ανθρώπων είναι ένα τίποτα. Αυτό το να δουλεύεις για το ‘‘τίποτα’’ με την ιδιαίτερη έννοια με την οποία το κάνουν οι άνθρωποι σήμερα, που τείνει όλο και περισσότερο να μην είναι παρά μια αντίδραση σε μια μηχανή – το να πατάς ένα κόκκινο ή μαύρο κουμπί με σκοπό να παραχθεί ένα αποτέλεσμα που έχει προγραμματιστεί σε κάποιο άλλο μέρος – η ανθρώπινη εργασία με άλλα λόγια, είναι απλώς το απομεινάρι που δεν έχει ακόμα αφομοιωθεί στην εργασία της μηχανής.
Λειτουργίες που επιτελούνται από εργάτες, τεχνικούς και επιστήμονες θα απορροφηθούν, θα ενσωματωθούν στην εργασία της μηχανής του αύριο• το να κάνεις κάτι ξανά και ξανά δε προσφέρει πλέον την ασφάλεια της τελετουργίας. Δεν είναι πλέον δυνατό να ταυτίσουμε την επανάληψη των ανθρώπινων πράξεων (το ευγενές έργο του σπορέα) με την επανάληψη του φυσικού κύκλου ως το θεμέλιο της ηθικής τάξης. Η επανάληψη δεν εδραιώνει πλέον έναν άνθρωπο ως κάποιον που μπορεί να κάνει αυτή τη συγκεκριμένη δουλειά. Η ανθρώπινη εργασία σήμερα δεν είναι παρά ένα υπολειπόμενο υπο-σύνολο της εργασίας της μηχανής. Αυτή η υπολειπόμενη ανθρώπινη δραστηριότητα δεν είναι παρά μια μερική διαδικασία που συνοδεύει τη κεντρική διαδικασία που παράγεται από τη τάξη της μηχανής. Η μηχανή έχει τώρα φτάσει στη καρδιά της επιθυμίας, κι αυτή η υπολειπόμενη ανθρώπινη εργασία δεν αναπαριστά τίποτα άλλο απ’ το σημείο όπου η μηχανή αφήνει το αποτύπωμά της στο φαντασιακό κόσμο του ατόμου. ( η λειτουργία του λακανικού ‘‘a’’).
Κάθε νέα ανακάλυψη – στη σφαίρα της επιστημονικής έρευνας, για παράδειγμα – κινείται κατά μήκος του δομικού πεδίου της θεωρίας σαν πολεμική μηχανή, αναστατώνοντας και αναδιατάσσοντας τα πάντα ώστε να τα αλλάξει ριζικά. Ακόμα κι ο ερευνητής βρίσκεται στο έλεος αυτής της διαδικασίας. Οι ανακαλύψεις του εκτείνονται πολύ πιο μακριά από τον ίδιο και φέρνουν στη ροή τους ολόκληρα καινούργια πεδία ερευνητών και επανασχεδιάζουν εντελώς το δέντρο των επιστημονικών και τεχνολογικών επιδράσεων. Ακόμη κι όταν μια ανακάλυψη αποκαλείται με το όνομα του εφευρέτη της, το αποτέλεσμα, μακράν του να τον ‘‘προσωποποιεί’’ τείνει να μετατρέπει το κύριο όνομά του σε ένα κοινό ουσιαστικό. Το ερώτημα είναι αν αυτή η απαλοιφή του ατόμου είναι κάτι που θα εξαπλωθεί και σε άλλες μορφές παραγωγής.
Παρότι είναι αλήθεια ότι αυτή η ασυνείδητη υποκειμενικότητα, σαν ένα σχίσμα που υπερβαίνεται μέσα σε μια σημειωτική αλυσίδα, σταδιακά απομακρύνεται από τα άτομα και τις ανθρώπινες ομάδες και μεταφέρεται στο κόσμο των μηχανών, παραμένει ακόμα εξίσου αδύνατο να αναπαρασταθεί στο συγκεκριμένο μηχανικό επίπεδο. Είναι ένα σημαίνων αποκομμένο από την ασυνείδητη δομική αλυσίδα που θα δράσει ως εκπρόσωπος για να αναπαραστήσει τη μηχανή.
Η ουσία της μηχανής είναι ακριβώς αυτή η λειτουργεία της αποκοπής ενός σημαίνοντος ως ενός εκπροσώπου, ως ενός ‘διαφοροποιητή’, ως ένα αιτιώδες ρήγμα, διαφορετικό σε είδος από τη δομικά εγκαθιδρυμένη τάξη πραγμάτων. Είναι αυτή η λειτουργεία που συνδέει τη μηχανή τόσο με το επιθυμητικό υποκείμενο όσο και με τη κατάστασή του ως βάση των διάφορων δομικών τάξεων που αντιστοιχούν σε αυτό. Η μηχανή ως επανάληψη του μερικού, είναι ένας τρόπος – ίσως ο μόνος δυνατός τρόπος – ομόφωνης εκπροσώπησης των διάφορων μορφών υποκειμενικότητας στην τάξη της γενικότητας στο ατομικό ή το συλλογικό πεδίο.
Προσπαθώντας κάποιος να δει τα πράγματα από την άλλη πλευρά, ξεκινώντας από το γενικό, θα εξαπατούσε τον εαυτό του με την ιδέα ότι είναι δυνατό να βασίσει τον εαυτό του σε κάποιο δομικό χώρο που υπήρχε πριν την τομή που έγινε με τη μηχανή. Αυτή η ‘αγνή’, ‘βασική’ σημειωτική αλυσίδα, μια μορφή χαμένης Εδέμ της επιθυμίας, οι ‘καλοί παλιοί καιροί’ πριν τη μηχανοποίηση, θα μπορούσαν τότε να ιδωθούν ως μια μετα-γλώσσα, ένα απόλυτο σημείο αναφοράς που κάποιος θα μπορούσε πάντα να παράγει στη θέση οποιουδήποτε τυχαίου γεγονότος ή συγκεκριμένης ένδειξης.
Αυτό θα οδηγούσε στην εσφαλμένη τοποθέτηση της αλήθειας του ρήγματος, της αλήθειας του υποκειμένου, στο επίπεδο της αναπαράστασης, της πληροφορίας, της επικοινωνίας, των κοινωνικών κωδίκων και κάθε άλλης μορφής δομικού καθορισμού.
Η φωνή ως μηχανή ομιλίας, είναι η βάση και ο καθοριστικός παράγων της δομικής τάξης της γλώσσας και όχι αντίστροφα. Το άτομο στη σωματικότητά του, αποδέχεται τις συνέπειες της συνδιαλλαγής σημειωτικών αλυσίδων όλων των ειδών που τον διαπερνούν και τον ξεσκίζουν. Το ανθρώπινο είδος είναι εγκλωβισμένο εκεί που η μηχανή και η δομή συναντιούνται.
Οι ανθρώπινες ομάδες δεν έχουν διαθέσιμες τέτοιες οθόνες προβολής. Οι τρόποι ερμηνείας και ένδειξης που τους προσφέρονται βρίσκονται σε μια ακολουθία και αντίθεση μεταξύ τους, είναι προσεγγιστικοί και μεταφορικοί και βασίζονται σε διαφορετικές δομικές τάξεις για παράδειγμα σε μύθους ή ανταλλαγές. Έτσι κάθε αλλαγή που παράγεται από την εισβολή ενός μηχανικού φαινομένου θα συνοδεύεται σε αυτά από την εγκαθίδρυση αυτού που θα μπορούσε κάποιος να αποκαλέσει σύστημα αντι-παραγωγής, ο τρόπος αναπαράστασης που χαρακτηρίζει ειδικά τη δομή.
Δε χρειάζεται καν να πω ότι η αντι-παραγωγή ανήκει στη τάξη της μηχανής: το βασικό εδώ είναι η ιδιότητά της να αποτελεί μια υποκειμενική αλλαγή, που είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό κάθε τάξης της παραγωγής. Αυτό που χρειαζόμαστε λοιπόν είναι ένα μέσο με το οποίο να μπορούμε θα έλεγε κανείς με τρόπο μαγικό να βρούμε το δρόμο μας χωρίς να κινηθούμε από το ένα πεδίο στο άλλο. Θα πρέπει για παράδειγμα να συσχετίσουμε με το ίδιο σύστημα παραγωγής τόσο το τι συμβαίνει στο κόσμο της βιομηχανίας, στον όροφο του καταστήματος ή στο γραφείο του διευθυντή, όσο και το τι συμβαίνει στην επιστημονική έρευνα και ναι και στο κόσμο της λογοτεχνίας ακόμη και των ονείρων.
Η αντι-παραγωγή θα είναι ανάμεσα στα άλλα αυτό που έχει περιγραφεί κάτω από τον όρο ‘παραγωγικές σχέσεις’. Η αντι-παραγωγή θα τείνει να προκαλεί ένα είδος ανά-κλίσης της ισορροπίας της φαντασίας, όχι απαραίτητα στη κατεύθυνση της ακινησίας και της συντήρησης, αφού μπορεί επίσης να οδηγήσει στη γενίκευση εντός μιας δοσμένης κοινωνικής περιοχής ενός νέου κυρίαρχου τρόπου σχέσεων παραγωγής, συσσώρευσης, κυκλοφορίας και διανομής ή οποιασδήποτε άλλης εκδήλωσης στο εποικοδόμημα ενός νέου τύπου οικονομικής μηχανής. Ο τρόπος φαντασιακής έκφρασής της είναι λοιπόν αυτός της μεταβατικής φαντασίας.
Ας κοιτάξουμε λοιπόν το άλλο άκρο της αλυσίδας, το επίπεδο της παραγωγής ονείρων. Θα μπορούσαμε να ταυτίσουμε την αντι-παραγωγή με την/τον επίλυση/υπολογισμό του έκδηλου περιεχομένου ενός ονείρου, σε αντίθεση με τις λανθάνουσες παραγωγές που συνδέονται με τη μηχανή ώθησης/παρόρμησης και αποτελούν μερικά αντικείμενα. Το objet petit ‘a’ που περιγράφεται από τον Lacan ως η ρίζα της επιθυμίας, ο ομφάλιος λώρος του ονείρου, εισβάλλει επίσης μέσα στη δομική ισορροπία του ατόμου σα μια κολασμένη μηχανή. Το υποκείμενο ανακαλύπτει ότι απορρίπτεται από τον εαυτό του. Σε αναλογία με την αλλαγή που επέφερε το objet–machine petit ‘a’ στο δομικό πεδίο της αναπαράστασης, διαδοχικές μορφές ετερότητας παίρνουν τη θέση τους για αυτό, κάθε μια σχεδιασμένη έτσι ώστε να αντιστοιχεί σε ένα στάδιο της διαδικασίας. Η ατομική φαντασίωση αντιστοιχεί σε αυτή τη μορφή δομικού συστήματος καθοδηγητικών πινακίδων διαμέσου μιας συγκεκριμένης γλώσσας που συνδέεται με τις συνεχώς επαναλαμβανόμενες προτροπές των ‘μηχανορραφιών’ της επιθυμίας.
Η ύπαρξη αυτού του objet–machine petit ‘a’ που δε μπορεί να περιοριστεί, που δε μπορεί να απορροφηθεί μέσα στις αναφορές της δομής, αυτός ο ‘εαυτός για τον εαυτό του’ που σχετίζεται με τα στοιχεία της δομής μόνο διαμέσου των ‘στένσιλ’ της γλώσσας οδηγεί σε ένα αδιέξοδο, σε ένα σημείο καμπής, και στην ανάγκη για μια ανανεωμένη ‘ετερότητα’. Το αντικείμενο της επιθυμίας οδηγεί το άτομο σε μια αποκέντρωση εκτός του εαυτού του, στα όρια του άλλου• αναπαριστά την αδυνατότητα να βρεθεί οποιοδήποτε ολοκληρωμένο καταφύγιο ενός εαυτού εντός του ίδιου, αλλά επίσης και την αδυνατότητα ενός ριζικού περάσματος στο άλλο. Η ατομική φαντασία αναπαριστά αυτή την αδύνατη συνύφανση διαφορετικών επιπέδων• αυτό είναι που τη διαφοροποιεί από τη συλλογική φαντασίωση καθώς μια ομάδα δεν έχει τέτοια ‘σημεία προβλήματος/εμποδίου/οτοστόπ’ της επιθυμίας στην επιφάνειά της, δεν έχει τέτοιες υπενθυμίσεις της τάξης συγκεκριμένων αληθειών όπως οι ερωτογενείς ζώνες του σώματος και η δυνατότητά τους να αγγίζουν και να αγγίζονται από άλλους ανθρώπους.
Η συλλογική φαντασία υπερθέτει τα διαφορετικά επίπεδα, τα μετακινεί, αντικαθιστά το ένα με το άλλο. Μπορεί μόνο να περιστραφεί γύρω από τον εαυτό της. Αυτή η κυκλική κίνηση την οδηγεί να ξεχωρίσει κάποιες περιοχές ως αδιέξοδα, ως απαγορευμένες, ως αδιάβατα κενοτόπια, μια ολόκληρη ακατοίκητη περιοχή νοήματος. Μπλεγμένη μέσα στην ομάδα κάθε φαντασία αντανακλά μια άλλη σαν εναλλάξιμο νόμισμα, αλλά ένα νόμισμα χωρίς αναγνωρίσιμο πρότυπο/λάβαρο, δίχως έδαφος συνέπειας από το οποίο μπορεί να συσχετιστεί έστω μερικώς με οτιδήποτε άλλο πέρα από μια τοπολογία της πιο εντελώς γενικής μορφής. Η ομάδα-ως δομή-φαντασιώνεται γεγονότα διαμέσου ενός αέναου και μη υπεύθυνου πηγαινε-έλα μεταξύ του γενικού και του ειδικού. Ένας αρχηγός, ένας αποδιοπομπαίος τράγος, ένα σχίσμα, μια απειλητική φαντασία από μια άλλη ομάδα, κάθε ένα από αυτά ισούται με τη συλλογική υποκειμενικότητα. Κάθε γεγονός ή κρίση μπορεί να αντικατασταθεί από ένα άλλο γεγονός ή κρίση, εγκαινιάζοντας μια περαιτέρω ακολουθία που φέρει με τη σειρά της το αποτύπωμα της ισοδυναμίας και της ταυτότητας. Η αλήθεια του σήμερα μπορεί να συσχετιστεί με αυτή του χθες, καθώς η επανεγγραφή της ιστορίας είναι πάντοτε δυνατή. Η εμπειρία της ψυχανάλυσης, η εκκίνηση της ψυχαναλυτικής μηχανής κάνει ξεκάθαρο ότι είναι αδύνατο για το επιθυμητικό υποκείμενο να διατηρήσει ένα τέτοιο σύστημα ομολογίας και επανεγγραφής: η μοναδική λειτουργία της μεταφοράς σε αυτή τη περίπτωση είναι να αποκαλύψει την επανάληψη που λαμβάνει χώρα, να λειτουργήσει σα μηχανή δηλαδή με ένα τρόπο που είναι το ακριβώς αντίθετο μιας ομαδικής επίδρασης.
Το σύστημα ενστίκτων της ομάδας καθώς είναι ανίκανο να συνδεθεί στην επιθυμητική μηχανή – objets petit ‘a’ επιστρέφουν στην επιφάνεια του φανταστικού σώματος- είναι καταδικασμένο να πολλαπλασιάσει τις φανταστικές του ταυτίσεις. Κάθε ένα από αυτά είναι δομημένο πάνω στον εαυτό του αλλά παραμένει διφορούμενο στη σχέση του με άλλα. Το γεγονός ότι τους λείπει ο διαφοροποιητικός παράγοντας για τον οποίο μιλά ο Gilles Deleuze τα καταδικάζει σε μια αέναη διαδικασία συγχώνευσης του ενός στο άλλο. Οποιαδήποτε αλλαγή είναι προ-απαγορευμένη και μπορεί να ιδωθεί μόνο ανάμεσα σε δομικά επίπεδα. Ουσιαστικά κανένα ρήγμα δε γίνεται πλέον αποδεκτό. Το ότι οι δομές δεν έχουν κάποια συγκεκριμένα σημάδια ταυτοποίησης σημαίνει ότι καθίστανται ‘μεταφράσιμες’ η μια στην άλλη, αναπτύσσοντας έτσι μια μορφή απροσδιόριστου λογικού συνεχούς που είναι ιδιαίτερα ικανοποιητικό για τους εμονικούς. Η ταυτοποίηση του παρόμοιου και η ανακάλυψη της διαφοράς στο επίπεδο της ομάδας λειτουργούν σύμφωνα με μια δευτέρου-βαθμού φανταστική λογική. Είναι για παράδειγμα, η φανταστική αναπαράσταση της άλλης ομάδας που θα δράσει ως η μηχανή εντοπισμού. Κατά μια έννοια είναι ένα περίσσευμα της λογικής που οδηγεί σε ένα αδιέξοδο.
Αυτή η σχέση των δομών εκκινεί μια τρελή μηχανή, πιο τρελή και από τους τρελότερους των τρελών, την άσχετη αναπαράσταση μιας σαδομαζοχιστικής λογικής στην οποία τα πάντα εξισώνονται με όλα τα άλλα, στην οποία η αλήθεια είναι πάντα κάτι ξέχωρο. Η πολιτική ευθύνη βασιλεύει, και η τάξη του γενικού αποκόβεται ριζικά από την τάξη του ηθικού. Ο τελικός στόχος της συλλογικής φαντασίας είναι ο θάνατος – ο απόλυτος θάνατος, η καταστροφή η ίδια, η ριζική απαλοιφή οποιονδήποτε αληθινών σημαδιών ταυτοποίησης, μια κατάσταση πραγμάτων στην οποία όχι μόνο έχει το πρόβλημα της αλήθειας εξαφανιστεί για πάντα αλλά δεν έχει ποτέ υπάρξει ως πρόβλημα.
Αυτή η ομαδική δομή εκπροσωπεί το υποκείμενο για μια άλλη δομή ως τη βάση της υποκειμενικότητας που είναι βουλωμένη, αδιαφανής, έχει μετατραπεί στο εγώ. Ενώ για το άτομο ήταν το αντικείμενο της ασυνείδητης επιθυμίας που λειτουργούσε ως ένα σύστημα αλλαγής ή μηχανής, σε μια ομάδα είναι είτε τα υπο-σύνολα που τυχαίνει να δημιουργούνται προσωρινά εντός της ομάδας ή μιας άλλης ομάδας που θα αναλάβει αυτή τη λειτουργία. Αυτή η περιοχή δομικής ισοδυναμίας θα έχει λοιπόν τη θεμελιώδη λειτουργία να καλύπτει ή να εξαλείφει την είσοδο οποιουδήποτε συγκεκριμένου αντικειμένου που αναπαρίσταται είτε στην οθόνη του ανθρώπινου υποκειμένου από την ασυνείδητη επιθυμία είτε στη πιο γενική οθόνη των ασυνείδητων σημειωτικών αλυσίδων από την αλλαγή που επιφέρεται από τα κλειστά συστήματα μηχανών. Η δομική τάξη της ομάδας, της συνείδησης, της επικοινωνίας είναι έτσι περικυκλωμένη από όλες τις πλευρές από αυτά τα συστήματα μηχανών που δε θα μπορέσει ποτέ να ελέγξει είτε με το να αντιληφθεί τα objets petit ‘a’ ως την ασυνείδητη μηχανή επιθυμίας ή τα φαινόμενα διάλυσης που σχετίζονται με άλλου τύπου μηχανές. Η ουσία της μηχανής ως παράγοντα διάλυσης, ως το α-τοπικό θεμέλιο αυτής της τάξης του γενικού είναι το ότι δε μπορεί κανείς τελικά να ξεχωρίσει το ασυνείδητο υποκείμενο της επιθυμίας από την ίδια τη τάξη της μηχανής. Στη μία ή στην άλλη πλευρά κάθε δομικού καθορισμού το υποκείμενο της οικονομίας της ιστορίας και της επιστήμης όλα συναντούν αυτό το ίδιο objet petit ‘a’ ως το θεμέλιο της επιθυμίας.
Ένα παράδειγμα μιας δομής που λειτουργεί ως υποκείμενο για μια άλλη δομή είναι το γεγονός ότι η κοινότητα των μαύρων στις Ηνωμένες Πολιτείες αναπαριστά μια ταυτοποίηση που έχει επιβληθεί από τη λευκή τάξη. Στη νεωτερική συνείδηση αυτή είναι μια μπερδεμένη, παράλογη, άνευ νοήματος κατάσταση πραγμάτων. Μια ασυνείδητη προβληματική προκαλεί την απόρριψη μιας πιο ριζικής ‘ετερότητας’ που θα συνδυαζόταν με μια ας το πούμε απόρριψη της οικονομικής ‘ετερότητας’. Η δολοφονία του Kennedy ήταν ένα συμβάν που ‘αναπαριστούσε’ την αδυνατότητα της εγγραφής της οικονομικής και κοινωνικής ετερότητας του Τρίτου Κόσμου όπως μαρτυρά η αποτυχία της Συμμαχίας για τη Πρόοδο, το εγχείρημα καταστροφής του Βιετνάμ και τα λοιπά. Μπορεί κανείς μόνο να σημειώσει εδώ τα σημεία διασταύρωσης και συνέχειας μεταξύ της οικονομίας της επιθυμίας και της πολιτικής.
Σε μια συγκεκριμένη στιγμή της ιστορίας η επιθυμία συγκεντρώνεται στην ολότητα των δομών• προτείνω για αυτό να χρησιμοποιήσουμε το γενικό όρο ‘μηχανή’: θα μπορούσε να είναι ένα καινούργιο όπλο, μια καινούργια τεχνική παραγωγής, μια καινούργια σειρά θρησκευτικών δογμάτων, ή τέτοιες μεγάλες νέες ανακαλύψεις όπως οι Ινδίες, η σχετικότητα ή το φεγγάρι. Για να το αντιμετωπίσει αυτό, μια δομική αντι-παραγωγή αναπτύσσεται μέχρι να φτάσει το σημείο κορεσμού της, ενώ η επαναστατική ανακάλυψη επίσης αναπτύσσει σε αντίστιξη μ’ αυτό, μια άλλη ασυνεχή περιοχή αντι-παραγωγής που τείνει να επανα-απορροφάει την αφόρητη υποκειμενική ρωγμή, με όλα αυτά να σημαίνουν ότι επιμένει να διαφεύγει της τάξης που προηγείται. Θα μπορούσαμε να πούμε για την επανάσταση, για την επαναστατική περίοδο, ότι είναι τότε που η μηχανή εκπροσωπεί τη κοινωνική υποκειμενικότητα για τη δομή – σε αντίθεση με τη φάση της καταπίεσης και στασιμότητας όταν τα εποικοδομήματα επιβάλλονται ως αδύνατες αναπαραστάσεις μηχανικών επιδράσεων. Ο κοινός παρονομαστής τέτοιων μορφών γραφής στην ιστορία θα ήταν η διάνοιξη ενός καθαρά σημειωτικού χώρου όπου η μηχανή θα εκπροσωπούσε το υποκείμενο για μια άλλη μηχανή. Όμως τότε δε μπορεί κανείς πια να συνεχίσει να λέει για την ιστορία, ως το πεδίο του ασυνείδητου, ότι ‘δομείται σαν γλώσσα’ εκτός αν το πει με την έννοια του ότι δεν υπάρχει καμία δυνατή γραπτή μορφή μιας τέτοιας γλώσσας. Είναι αλήθεια ότι είναι αδύνατο να συστηματοποιήσουμε το πραγματικό λόγο της ιστορίας, τη συνθήκη που οδηγεί μια συγκεκριμένη φάση ή ένα συγκεκριμένο σημαίνον στο να αναπαρίσταται από ένα συγκεκριμένο συμβάν ή κοινωνική ομάδα, από την ανάδυση ενός ατόμου ή μιας ανακάλυψης, ή οτιδήποτε. Με αυτή την έννοια πρέπει να λάβουμε υπόψιν a priori, ότι τα πρωτόγονα στάδια της ιστορίας είναι ο τόπος όπου πρέπει να ψάξουμε την αλήθεια• η ιστορία δε προχωρά σε μια συνεχόμενη κίνηση: τα δομικά της φαινόμενα αναπτύσσονται σύμφωνα με τις δικές τους ιδιαίτερες ακολουθίες, εκφράζοντας και υποδεικνύοντας σημαίνουσες εντάσεις που παραμένουν ασυνείδητες μέχρι το σημείο όπου κατεδαφίζονται. Αυτό το σημείο σηματοδοτεί μια αναγνωρίσιμη ρωγμή στις τρεις διαστάσεις του αποκλεισμού, της επιμονής και της απειλής. Οι ιστορικοί αρχαϊσμοί εκφράζουν μια ενίσχυση παρά μια εξασθένιση της δομικής επίδρασης.
Το ότι ο Andre Malraux μπορούσε να πει ότι ο εικοστός αιώνας είναι ο αιώνας του εθνικισμού, σε αντίθεση με το δέκατο ένατο, που ήταν ο αιώνας του διεθνισμού, ήταν γιατί ο διεθνισμός, ελλείψη μιας δομικής έκφρασης που να συνταιριάζει τις οικονομικές και κοινωνικές μηχανουργίες εντός του, ξέπεσε στον εθνικισμό και μετά πιο πέρα στον τοπικισμό και τις διάφορες μορφές παρτικουλαρισμού που αναπτύσσονται σήμερα, ακόμα και εντός του υποτιθέμενου διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.
Το πρόβλημα της επαναστατικής οργάνωσης είναι το πρόβλημα της ίδρυσης μιας θεσμικής μηχανής της οποίας τα διακριτικά χαρακτηριστικά θα ήταν μια θεωρία και πρακτική που θα εξασφάλιζαν ότι δε θα χρειαζόταν να εξαρτάται από τις διάφορες κοινωνικές δομές – πάνω απ’ όλα τη δομή του Κράτους, που φαίνεται να είναι ο θεμέλιος λίθος των κυρίαρχων σχέσεων παραγωγής, αν και δε ταυτίζεται πιά με τα μέσα παραγωγής. Αυτό που μας παγιδεύει και μας εξαπατά είναι ότι φαίνεται σήμερα σαν τίποτα να μην μπορεί να αρθρωθεί εκτός αυτής της δομής. Η επαναστατική σοσιαλιστική πρόθεση κατάκτησης του ελέγχου της πολιτικής εξουσίας στο Κράτος, την οποία βλέπει ως τη θεμελιώδη βάση της ταξικής κυριαρχίας και τη θεσμική εγγύηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, έχει πέσει ακριβώς σ’ αυτή τη παγίδα. Έχει γίνει η ίδια μια παγίδα από μόνη της, καθώς αυτή η πρόθεση, παρότι σημαίνει τόσα πολλά με όρους κοινωνικής συνείδησης, δεν αντιστοιχεί πλέον στη πραγματικότητα των οικονομικών και κοινωνικών δυνάμεων. Η θεσμοποίηση των ‘παγκόσμιων αγορών’ και η προοπτική δημιουργίας μεγα-Κράτων αυξάνει το γόητρο της παγίδας• το ίδιο κάνει και το σύγχρονο ρεφορμιστικό πρόγραμμα της κατάκτησης ενός όλου και μεγαλύτερου ‘λαικού’ ελέγχου των οικονομικών και κοινωνικών υπο-συνόλων. Η υποκειμενική συνοχή της κοινωνίας καθώς λειτουργεί σε κάθε επίπεδο της οικονομίας, της κοινωνίας, του πολιτισμού και ούτω καθεξής, είναι αόρατη σήμερα και οι θεσμοί που την εκφράζουν είναι εντελώς διφορούμενοι. Αυτό ήταν εμφανές στην επανάσταση του Μάη του 1968 στη Γαλλία, όταν η κοντινότερη προσέγγιση μιας κατάλληλης οργάνωσης του αγώνα ήταν το διστακτικό, καθυστερημένο και βίαια εχθρευόμενο πείραμα της δημιουργίας επιτροπών δράσης.
Το επαναστατικό πρόγραμμα, ως η μηχανή για θεσμική ανατροπή, θα πρέπει να επιδεικνύει κατάλληλη υποκειμενική δυνατότητα και, σε κάθε στάδιο του αγώνα, θα πρέπει να διασφαλίζει ότι είναι οχυρωμένο απέναντι σε κάθε προσπάθεια ‘δομοποίησης’ αυτής της δυνατότητας.
Όμως δεν υπάρχει καμία μόνιμη αντίληψη των μηχανικών επιδράσεων πάνω στις δομές που να μπορεί να γίνει κατορθωτή στη βάση μόνο μιας ‘θεωρητικής πρακτικής’. Προϋποθέτει την ανάπτυξη μιας συγκεκριμένης αναλυτικής πράξης σε κάθε επίπεδο οργάνωσης του αγώνα.
Μια τέτοια προοπτική με τη σειρά της θα έκανε δυνατό το να εντοπίσουμε την ευθύνη εκείνων που βρίσκονται με οποιονδήποτε τρόπο σε μια θέση πραγματικά πραγματικά να αρθρώσουν θεωρητικό λόγο σε σημείο στο οποίο το ίδιο το κέντρο της ασυνείδητης επιθυμίας να αφήνει αποτύπωμα στον ταξικό αγώνα.
Μτφρ: Νεφέλη Παπαδημητροπούλου, Γιάννης Ε.

Leave a comment