Παρακάτω παρατίθεται η Ελληνική μετάφραση ενός άρθρου για την σχέση τρανσφεμινισμού και αντιαποικιοκρατικού αγώνα που βρήκα πολύ ενδιαφέρον. Στο τέλος επισυνάπτεται το link στο pdf του πρωτότυπου Αγγλικού.
Η Neda Genova συζητά με το Mijke van der Drift
Μια συζήτηση για τον Τρανσφεμινισμό ως Αντιαποικιοκρατική Πολιτική
Βιοσημειώσεις: Το φιλόσοφο και εκπαιδευτό Mijke van der Drift δουλεύει πάνω στην ηθική ως επίκεντρο σε μια διατμηματική έρευνα σχετικά με τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Το Van der Drift διδάσκει στο Royal College of Art, του Λονδίνου και στο Royal Academy of Art, της Χάγης. Είναι Ερευνητικό Επίκουρο στο University of Cambridge για το 2020-21, ως κομμάτι του Revolutionary Papers project, σε συνεργασία με το London School of Economics και το University of Western Cape. Επιπροσθέτως το van der Drift δουλεύει αυτήν την περίοδο πάνω στο βιβλίο του με τίτλο Non normative Ethics: The Dynamics of Trans Formation. Πήρε διδακτορικό από το Goldsmiths, University of London. Το έργο του αυτήν την περίοδο επικεντρώνεται πάνω στην πολυ-λογική ηθική και γεναιοδωρία και έχει τον προτεινόμενο τίτλο The Logic of Loss in Bonding. Το κεφάλαιο ‘‘Radical Transfeminism: Trans as Anti-Static Ethics Escaping Neoliberal Encapsulation’’ που γράφει μαζί με την Nat Raha δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο New Feminist Studies: Twenty–first–century Critical Interventions, ed. Jennifer Cooke, με το Cambridge University Press.
Η Neda Genova διδάσκει στο Goldsmiths, University of London και στο London South Bank University και έχει διδακτορικό στις Πολιτισμικές Σπουδές από το Goldsmiths. Η έρευνά της τοποθετείται στη διασταύρωση των μετα-κομμουνιστικών σπουδών και της θεωρίας μέσων και πολιτισμού. Την ενδιαφέρουν η φεμινιστική και μετα-αποικιοκρατική θεωρία, η πολιτική του χιούμορ και του γέλιου και ο μετα-κομμουνιστικός ψηφιακός πολιτισμός. Είναι μέλος της ομάδας επιμέλειας του Βουλγαρόφωνου ακτιβιστικού-ακαδημαικού περιοδικού dVERSIA (dВЕРСИЯ).
Royal College of Art/University of Cambridge
mijkedrift@rca.ac.uk
London Bank University/Goldsmiths,
genovan@lsbu.ac.uk. Mijke
Περίληψη: Η δουλειά αυτή είναι αποτέλεσμα της πρόκλησης που δεχτήκαμε από ένα αντι-τράνς περιστατικό που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της Σχολής Πολιτικής και Κριτικής τον Σεπτέμβριο του 2020. Αντί να ασχοληθούμε με μια απλή ‘‘αντίκρουση’’ του αντι-τράνς λόγου και των απλουστευτικών, περιθωριοποιητικών του διατυπώσεων, με αυτό το κείμενο στοχεύουμε στο να διανοίξουμε έναν χώρο συνδιαλαγής και μάθησης που παίρνει τη μορφή μιας φεμινιστικής συζήτησης. Συζητάμε πάνω στην ιστορική και πολιτική εμπλοκή των αποικιοκρατικών, καπιταλιστικών και αντι-τρανς σχεδίων για να τονίσουμε πως μια στέρεα τρανς πολιτική θα φέρνει πάντα στο προσκύνιο μια αντιαποικιοκρατική ατζέντα. Αξιολογώντας κριτικά ορισμένα αναπάντεχα διανοητικά και πολιτικά αδιέξοδα-όπως ο εγκλωβισμός της φεμινιστικής πολιτικής σε σχήματα βιολογικού ντετερμινισμού ή η συνέργεια του λευκού φεμινισμού της μεσαίας τάξης με την αντι-μαυρότητα και την αποικιοκρατική εκμετάλευση-φωτίζουμε την χειραφετιτική δυνατότητα του ριζοσπαστικού τρανσφεμινισμού. Η συζήτηση δανείζεται υλικό από διδάγματα που προέρχονται από τα γραπτά και την πρακτική πολλών που ασχολούνται με το να αρθρώσουν το στοίχημα του μαύρου φεμινισμού, της αντιαποικιοκρατικής και τρανς πολιτικής της αλληλεγγύης, υλοποιώντας έτσι το συμπέρασμα ότι ποτέ δεν σκεφτόμαστε ή πράτουμε απομονωμένα το ένα από το άλλο.
Λέξεις Κλειδιά: τράνς πολιτική, φεμινισμός, αντιαποικιοκρατία, σχεσιακότητα, ηθική της φροντίδας
N.G.: Η επιθυμία να μπούμε στη συζήτηση που ξεδιπλώνεται στις επόμενες σελίδες ήταν άμεσο αποτέλεσμα της πρόκλησης μας από ένα αντι-τρανς επεισόδιο στην παρουσίαση της Σχολής για την Πολιτική και την Κριτική του 2020. Για άσχετους λόγους, έπρεπε να φύγω νωρίς τη δεύτερη μέρα της Σχολής και το έκανα ενώ προσπαθούσα να καταπιέσω την οργή και τη σύγχυσή μου για έναν λόγο που δεν είναι μόνο κατάφωρα οπισθοδρομικός και χωρίς φαντασία, αλλά είναι επίσης, πιστεύω, βαθειά επιβλαβής προς ένα φεμινιστικό σχέδιο δημιουργίας μορφών αλληλεγγύης μεταξύ διαφορετικών εκφάνσεων πατριαρχικής, αποικιοκρατικής και καπιταλιστικής καταπίεσης. Φυσικά, εννοείται ότι αυτό το περιστατικό δεν επηρέασε τελείως την εμπειρία των άλλων δύο ημερών, που ήταν κατα τα άλλα φιλικές, συναρπαστικές και προσέφεραν πνευματική ικανοποίηση, γεμάτες συζητήσεις με ευγενικούς και ενδιαφέροντες ανθρώπους-για τους οποίους είμαι ευγνώμον. Κι όμως, για μένα, μου έμεινε μια αίσθηση ότι έχω αφήσει ‘‘ανοιχτούς λογαριασμούς’’ που με ενοχλούσε τις μέρες και τις βδομάδες που ακολούθησαν: κάποιες σκέψεις έμειναν ανείπωτες, κάποια λόγια δεν μοιράστηκαν, κάποιες συνδέσεις δεν έγιναν.
Έτσι η προοπτική του να χρησιμοποιήσω τον σχεδιασμό των διαδικασιών του συνεδρίου ουτως ώστε να εξερευνήσω το διαδικασιακό του χαρακτήρα ήρθε ως μια ευχάριστη πρόσκληση να ξαναεπισκεφτώ και να ξανασκεφτώ κάποιες από τις αιτίες της αρχικής οργής μου, αλλά επίσης να λάβω υπόψιν μου πως θα μπορούσε να ανασχηματιστεί και να αλλάξει διαδρομή ετσι ώστε να βοηθήσει στη δημιουργία ενός διαφορετικού χώρου για πνευματική και πολιτική συνδιαλαγή. Αποφάσισα να απευθυνθώ στο φίλο, συνάδελφο και σύμμαχο Mijke van der Drift για να κάνουμε μια συζήτηση πάνω στην τρανς πολιτική ως ένα χειραφετητικό και μετασχηματιστικό πεδίο αγώνα και είμαι εξαιρετικά ευγνώμον που δέχτηκε να συμμετάσχει σε αυτό. Για μένα, η πράξη του να χωρέσουμε αυτό το συνεργατικό κείμενο ανάμεσα και σε σχέση με τις άλλες συμβολές των διαδικασιών του συνεδρίου σημαίνει να προσθέσουμε ακόμη μια ομάδα διαφορετικών οπτικών και πολιτικών προτάσεων στη συζήτηση γύρω από την τρανς πολιτική. Όμως, σημαίνει επίσης κάτι ακόμα: την ενεργο αντίσταση σε αφηγήσεις που υποβιβάζουν τη χειραφετητική δυνότητα της τρανς κατάστασης σε μια καρικατουρίστικη εκδοχή της πολιτικής ταυτοτήτων και αρνούνται να πάρουν στα σοβαρά τη σημαντική θεωρητική παραγωγή και πολιτική πρακτική της τρανς κατάστασης ώστε να ενσκύψουν πάνω σε ορισμένα από τα πιο καίρια προβλήματα του σήμερα (όπως η κομβική σύνδεση των αντιαποικιοκρατικών και τρανς αγώνων). Αυτές οι αντι-τρανς προσεγγίσεις όχι μόνο αποτρέπουν τη δυνατότητα της φεμινιστικής αλληλεγγύης αλλά επίσης επανεδαφικοποιούν τη φεμινιστική θεωρία και πολιτική στο έδαφος αποπνιχτηκών αντιλήψεων βιολογικού ντετερμινισμού, ουσιοκρατίας και αυταπόδεικτων πραγματικοτήτων (ντυμένων το μανδύα μιας όχι πάντα ακριβούς θεωρητικής παραγωγής). Επομένως, ενάντια σε τέτοιες προσεγγίσεις τοποθετούμε αυτή τη συζήτηση πάνω στον τρανσφεμινισμό ως μια λειτουργία που πράττει μια μορφή μαθητείας και αφουγκράσματος που ελπίζουμε ότι θα ανοιχτεί σε πιο καταφατικούς και μετασχηματιστικούς σκοπούς. Αυτό σημαίνει ότι πολύ περισσότερο από το να είναι μια απλή αντίκρουση του αντι-τρανς λόγου, προσπαθεί επίσης να παράξει διαφορετικές συνδέσεις, ερωτήματα, θεωρητικές γραμμές φυγής, συλλογικούς χώρους συνδιαλαγής, διαδρομές μάθησης και κοινωνικού μετασχηματισμού.
N.G.: Ξέρω ότι ως συνεπές αντικαπιταλιστό που διατηρεί ένα σκεπτικισμό απέναντι στις απλουστευτική πολιτική ταυτοτήτων, δεν θα υποστήριζες μια αντίληψη του τρανς ως μια ταυτοτική και περιθωριοποιητική κατηγορία, σωστά; Πως θα μπορούσαμε να σκεφτούμε την τρανς πολιτική διαφορετικά;
M.D.: Η πολιτική ταυτοτήτων αυτή τη περίοδο έχει πολύ κακό όνομα, αλλά έχει πάντα νόημα να ανακαλούμε ότι ο όρος έχει τις ρίζες του στην Combahee River Collective. Τη δεκαετία του 1970 αυτή η συλλογικότητα ξανασκέφτηκε το φεμινιστικό Μαρξισμό με τρόπο που να συμπεριλαμβάνει τις πολιτικές των Μαύρων γυναικών, σε αντίθεση προς μια οικουμενικοποιητική τάση-κι έτσι συμπεριέλαβαν την ταυτότητά τους. Η Keenanga-Ya-mahtta Taylor εξέδωσε πρόσφατα το Πως Θα Γίνουμε Ελεύθερες για αυτήν την ομάδα και πως γεννήθηκε το έργο τους. Προκειμένου να διδαχθούμε από την Combahee River Collective, το Marquis Bey προτείνει πως να το κάνουμε αυτό με έναν ιδιαίτερα συναφή τρόπο ουτως ώστε να δείξουμε ότι το έργο τους στηρίζει μια Μαύρη, αναρχική ανάγνωση συμπεριληπτικής πολιτικής ενάντια στην εκδοχή των περιθωριοποιητικών οικουμενικοτήτων. Θεωρώ ότι ένα από τα βασικά πράγματα που μπορούμε να πάρουμε για μια στέρεα τρανς πολιτική είναι το να κοιτάμε για κοινές ή παράλληλες γραμμές εξαναγκασμού μεταξύ διαφορετικών θέσεων και να αναγνωρίζουμε τις διαφορές ουτως ώστε να προσφέρουμε αμοιβαία στήριξη. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν κοινωνικές πιέσεις που είναι για παράδειγμα κοινές μεταξύ τρανς θηλυκοτήτων, τρανς γυναικών και μη τρανς γυναικών γιατί αυτές οι πιέσεις βασίζονται στον μισογυνισμό. Τέτοιες κοινωνικές πιέσεις ξετυλίγουν πολυπλοκότητες και διαφορές ανάμεσα σε ζωές: είναι ένας ομογενοποιητικός εξαναγκασμός που καθιστά δυνατή την πρόσβαση για κάποιες ενώ αφαιρεί τη δυνατότητα πρόσβασης για άλλες. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι ορισμένες πιέσεις δεν αφορούν με τον ίδιο τρόπο όλες τις γυναίκες, για παράδειγμα γυναίκες και θηλυκότητες που είναι στόχοι μισογυνισμού ως κομμάτι πιέσεων φυλετικοποίησης και ειδικά αντι-Μαυρότητας, πιέσεις επειδή είναι φτωχές, επισφαλείς, ή δεν συμπεριλαμβάνονται με κάποιον άλλο τρόπο στην κοινωνική σφαίρα. Εδώ είναι που ο ‘‘λευκός φεμινισμός’’ κάνει λάθος-όχι επειδή ο μισογυνισμός σε κύκλους της μεσαίας τάξης δεν υφίσταται, αλλά επειδή η κοινωνική δύναμη που έχουν οι λευκές γυναίκες της μεσαίας τάξης, χρησιμοποιείται χωρίς να τις ενδιαφέρει να συμβαδίσει η δύναμή τους με την απελευθέρωση άλλων γυναικών και θηλυκοτήτων, που επίσης υπομένουν διαφορετικές μορφές εξαναγκασμού. Με αυτή την έννοια, ο αγώνας για δικαιώματα και ισότητα ακολουθεί μια πολιτική που έχει πυροδοτηθεί από τις αστικές επαναστάσεις του δέκατου έβδομου και δέκατου όγδοου αιώνα. Τότε, το αίτημα που αρθρώθηκε από τις μεσαίες τάξεις ήταν η πρόσβαση στην εξουσία και το προνόμιο συχνά με το να λαμβάνουν μέρος στα σχέδια της αποικιοκρατίας-και αυτό φυσικά εις βάρος των φτωχών.
N.G.: Αυτό το ερώτημα του μισογυνισμού είναι σημαντικό σε σχέση με κάποιες από τις προυποθέσεις της αντι-τρανς πολιτικής-όπως ειπώνεται σε ένα πρόσφατο ειδικό τεύχος του Sociological Review για τον πόλεμο με τις TERF, η τοποθέτηση των σις γυναικών ως βρισκόμενες σε κίνδυνο από τις τρανς γυναίκες (για παράδειγμα, στους λόγους γύρω από ‘‘την ασφάλεια της τουαλέτας’’) αντλεί από μια παρακαταθήκη ιστορικά εδραιωμένων εννοιών γύρω από την γυναικεία ‘‘ευαλωτότητα’’ και ‘‘αδυναμία’’ σε σχέση με τους σις άντρες. Οπότε είναι κομβικό να κατανοήσουμε ότι το επιχείρημα που αποκλείει τις τρανς πάντα στρέφεται και ενάντια σε αυτές που υποτίθεται ότι θέλει να ‘‘προστατέψει’’ ή να ‘‘διαφυλάξει’’-η μισογύνικη δομή του επηρεάζει τις σις γυναίκες, τις τρανς γυναίκες και άλλες θηλυκότητες, βέβαια, όπως είναι φυσικό με πολύ διαφορετικούς τρόπους. Επιπροσθέτως, οι Pearce, Erikainen και Vincent επίσης υπογραμμίζουν το ρατσιστικό ‘‘υπόβαθρο’’ τέτοιων λόγων. Θεωρείς ότι αυτά τα επιχειρήματα είναι έγκυρα-δλδ τί κοινό υπάρχει ανάμεσα στην αντι-Μαυρότητα, τον ρατσισμό και την αντι-τρανς πολιτική;
M.D.: Ο τρανσμισογυνισμός συχνά εξηγείται έτσι, πράγμα που υπογραμίζει το ότι ο τρανσμισογυνισμός είναι μια μορφή μισογυνισμού. Το να στήσουμε ένα ντιμπέιτ γύρω από τους όρους του μισογυνισμού μας βοηθάει λοιπόν να δούμε τον φεμινισμό ως ένα ζωντανό και πλουραλιστικό τοπίο-οι Ruth Pearce, Sonja Erikainen και Ben Vincent πράγματι προτείνουν μια τέτοια αφήγηση. Είναι πολύ ενδιαφέρον το ότι εστιάζουν την προσοχή στη φυλετικοποίηση ως ‘‘αρρενωποποίηση’’ των σωμάτων των Μαύρων γυναικών και θηλυκοτήτων ώστε να τις αναγνωρίσουν ως επιθετικές. Το πρόβλημα είναι φυσικά ότι από τη στιγμή που η επιτήρηση θα βρεί χώρο σε οποιαδήποτε σκηνή αυτό οδηγεί στην εισαγωγή της επιθετικότητας αντί για την αφαίρεση της και τα Μαύρα σώματα επιτηρούνται από την αρχή της εποχής του δουλεμπορίου. Αυτό που ο λόγος γύρω από τον τρανσμισογυνισμό συχνά ξεχνά είναι το ευρύτερο πλάισιο στο οποίο η επιτήρηση και η ενθυλάκωση/ο εγκλεισμός αναδύονται από την αποικιοκρατική εξουσία. Αυτό είνα πραγματικά ένα σημείο που στην Ευρώπη, όπου συζητάμε αυτό το θέμα, η αποικιοκρατία εξάγεται στα σύνορά της αλλά αυτό αποτρέπει την αναγνώριση του πως τα εργαλεία της καταπίεσης και του εξαναγκασμού δημιουργήθηκαν στις αποικίες και από εκεί ήρθαν πίσω. Η επιτήρηση είναι ένα παράδειγμα αλλά η πρώτη μοντέρνα φυλακή ήταν το πλοίο των σκλάβων. Πραγματικά χρειάζεται να το θυμόμαστε αυτό. Ετσι αυτό μπορεί να επηρεάσει την οπτική μας συνολικά πάνω στη κουβέντα-ποιο είναι το επίδικο και με ποιούς τρόπους προχωράει η κουβέντα; Ο σκοπός είναι ο αποκλεισμός τρανς γυναικών και θηλυκοτήτων από χώρους, συζητήσεις και πόρους που είναι απαραίτητοι για την επιβίωση και την προσωπική ανάπτυξη. Αυτές οι μορφές φυλακιστικής σκέψη- αποκλεισμός, επιτήρηση και τιμωρία-αναδύονται από την αποικιοκρατική εκπαίδευση της Ευρώπης.
Μία στέρεα τρανς πολιτική είναι λοιπόν αντιαποικιοκρατική εκ φύσεως-αυτό σημαίνει ότι οι ζωές, η ασφάλεια και η δυνατότητα της προσωπικής ανάπτυξης των Μαύρων και Αυτόχθονων γυναικών και θηλυκοτήτων είναι και θα έπρεπε να είναι, δυναμικά στην ατζέντα της τρανς πολιτικής. Αυτό με τη σειρά του υπονοεί ότι δεν υπάρχει ένα μοναδικό μοντέλο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την απελευθερωση, συγκεκριμένα οι Αυτόχθονες γυναίκες δεν απελευθερώνονται μέσα από τα Δυτικά κρατικά μοντέλα. Αντ’ αυτού οι Αυτόχθονες κοινότητες θα πρέπει να έχουν την αυτονομία τους όπως και τα εδάφη και τους πόρους τους πίσω. Μία παρόμοια αντίληψη μετράει τις Μαύρες (τράνς) γυναίκες και θηλυκότητες-δεν εξαρτάται από μια λευκή Ευρωκεντρική πολιτική η απόφαση του τί μετράει ως απελευθέρωση και ασφάλεια. Το ερώτημα της απελευθέρωσης περιλαμβάνει το να καταστήσουμε κεντρικές τις οπτικές των περιθωριοποιημένων λαών και κοινοτήτων που έχουν υποστεί τις ισχυρότερες κοινωνικές πιέσεις. Αυτά τα παραδείγματα δείχνουν ότι η τρανς πολιτική δεν μπορεί να βασίζεται σε κεντρικοποιητικές έννοιες του τι είναι η απελευθέρωση και είναι έτσι απαραίτητα πλουραλιστική.
Αυτό σημαίνει ότι αντί να αγνοεί τη διαφορετικότητα, η τρανς πολιτική ενδιαφέρεται για τις διαφορές και επίσης για τις συγκλίσεις. Αυτό συμβαίνει γιατί η τρανς πολιτική εκκινεί από μια βαθειά κατανόηση της κοινωνικής απομόνωσης και ως εκτούτου της συνακόλουθης ανάγκης για αμοιβαία φροντίδα και βοήθεια που προσθέτει μια δυνατή αίσθηση μιας αλληλέγγυας πολιτικής που δεν βασίζεται στο σύνδρομο του σωτήρα. Μία επιμονή στην αναγνώριση συχνά έρχεται ως απάντηση στον εξαναγκασμό της διαγραφής και της βίας που τη συνοδεύει. Όμως, θα ήταν απλουστευτικό να ισχυριστούμε ότι η αναγνώριση είναι όλη κι όλη η τρανς πολιτική. Αντιθέτως, η αναγνώριση είναι απλώς μια βασική διεκδίκηση που οδηγεί σε μια βαθύτερη κατανόηση του τι χρειάζεται μια πολιτική ταύτισης-δηλαδή αυτενέργεια και μια βαθειά κατανόηση των σχεσιακοτήτων που δεν έρχονται πάντα στην επιφάνεια. Κάποιες μορφές αναγνώρισης παίζουν πολύ τοπικούς ρόλους στο να ξεδιαλύνουν τη δημιουργία κόσμων σε πολύ συγκεκριμένα πεδία, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι στερούνται εγκυρότητας έξω από αυτό το πεδίο. Αυτός είναι και ο λόγος που υπάρχει μια σύνδεση μεταξύ των τρανσφεμινισμών και της πολιτικής για την αναπηρία-δεν έρχεται κάθε σημάδι στην επιφάνεια κι όμως αυτό δε χρειάζεται να οδηγεί σε μια στέρηση της αυτενέργειας (για παράδειγμα, δείτε το έργο των Eli Clare και Leah Lakshmi Piepzna-Samarasinha).
N.G.: Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσες να επεκταθείς λίγο σε αυτόν τον ισχυρισμό ότι μια πολιτική της ταύτισης χρειάζεται αυτενέργεια και μια κατανόηση σχεσιακοτήτων; Επίσης είναι η ‘‘πολιτική της ταύτισης’’ διαφορετική από την ‘‘πολιτική ταυτοτήτων’’, γιατί ο τρόπος που πάντα κατανοούσα την τελευταία είναι με όρους πολιτικής που ξεφεύγει από εδραιωμένες ταυτότητες παρά σαν την επιθυμία να χτίσουμε συμμαχίες-και για αυτό, η ανάγνωση του καλέσματος της Harraway να προωθήσουμε ‘‘συγγένειες, όχι ταυτότητες’’ έχει υπάρξει πολύ σημαντική; Τέλος, όταν γράφεις για ‘‘σχεσιακότηες…που έρχονται στην επιφάνεια’’ το εννοείς αυτό με την έννοια της (σωματικής) ευαλωτότητας και των σημείων διαφοράς;
M.D.: Η διεκδίκηση μιας τρανς ταυτότητας, αντί για μια ταύτιση που βασίζεται σε σταθερές κατηγορίες, είναι μια σχεσιακή πρόταση, που ακουμπάει στις διάφορες μορφές κοινωνικότητας συμπεριλαμβανομένων μορφών απελευθερωτικής πολιτικής. Το να δηλώσει κάποια τρανς θηλυκότητα ή τρανς γυναίκα εκτιμά την κοινωνική πραγματικότητα, χωρίς να αποκλείει μια απελευθερωτική δυνατότητα. Η ταύτιση με αυτήν την έννοια είναι πράγματι μια μορφή σχεσιακότητας που σχετίζεται με την συγγένεια με μια αναγνώριση ότι οι σχεσιακότητες είναι συγκεκριμένες, τοπικές, και απαιτούν μετάφραση στα διαφορετικά πλαίσια. Μια σχεσιακότητα που έρχεται στην επιφάνεια σημαίνει ότι όταν οι εγκραφές γίνονται ορατές και χειροπιαστές στο κοινωνικό πεδίο, αυτή ανοίγεται στον εξονυχιστικό έλεγχο, τη βία, την διαγραφή και τον εκτοπισμό. Επομένως, χρειάζεται να υπάρξει μια συνειδητοποίηση της καταφατικής διεκδίκησης της σχεσιακότητας όπως και μια ταυτόχρονη συνειδητοποίηση του πως τρόποι του σχετίζεσθαι διακόπτονται από ηγεμονικές εικασίες και βία. Όμως, δεν ακολουθεί κάθε τρανς γυναίκα μια πολιτική σχεσιακότητας, όπως δεν ακολουθεί κάθε τρανς γυναίκα μια πολιτική απελευθέρωσης. Ας πούμε, εγώ και η Caitlin Jenner δεν έχουμε απολύτως τίποτα κοινό: ούτε κοινωνικά, ούτε οικονομικά, ούτε πολιτικά. Ακόμη και η κοινή συνειδητοποίηση της κοινωνικής βίας μπορεί να είναι πολύ περιορισμένη: ή βλέπουμε πολύ διαφορετικά αυτή τη βία. Οι απλουστευτικοί ισχυρισμοί σχετικά με την επιστημική σιγουριά, που βλέπουμε να αναδύονται εντός της αντι-τρανς πολιτικής, προσπερνούν αυτή τη σχεσιακή διορατικότητα. Τέτοιες πολιτικές αποκλεισμού ούτε απελευθερώνουν ούτε προστατεύουν τίποτε πέρα από εικασίες. Εχει ενδιαφέρον να δώσουμε έμφαση σε αυτή τη σχεσιακότητα σε αυτό το σημείο γιατί μια πολιτική που βασίζεται στον αποκλεισμό των διαφορών δεν υιοθετείται από πολλές γυναίκες που εντάσσονται στον όρο ‘‘γυναίκες’’ από τους αντι-τρανς ακτιβιστές. Αν αυτές οι εκστρατείες λοιπόν χρειάζονται να συγκεκριμενοποιήσουν τους όρους του αποκλεισμού τους ως σχεσιακούς όρους αυτό αναδεικνύεται ως υποκειμενικό και σχετικό. Η καταφατική σχεσιακή πολιτική είναι πάντοτε ήδη σε θέση.
Το σχεσιακό ως κάτι που προηγείται του κατηγορικού έρχεται σε αντίθεση με μια πολιτική της ‘‘λευκής αθωότητας’’ που μπορούμε να διακρίνουμε σε τοποθετήσεις που προέρχονται κυρίαρχα από λευκές σις γυναίκες. Η συγκριτική αντίθεση που δημιουργείται είναι αυτή μεταξύ ‘‘γυναικών’’ εναντίον ‘‘τρανς γυναικών’’ (αν και πιθανά να μη χρησιμοποιούν αυτόν τον όρο), σύμφωνα με την οποία οι σις γυναίκες διεκδικούν θέσεις αθωότητας και θυματοποίησης. Ενώ υπάρχει ένας θεμελιακός μισογυνισμός στο αποικιοκρατικό σχέδιο (δείτε το έργο της Sylvia Federici) η αντίστιξη που διεκδικείται διαγράφει την συνέργεια των λευκών γυναικών με τό αποικιοκρατικό σχέδιο προτάσσοντας μια φαντασιακή αθωότητα, λες και οι λευκές γυναίκες έχουν υπάρξει μόνο δέκτες της βίας. Αυτό είναι εμφατικά αναληθές. Η Elizabeth Gillespie McRae εξέδοσε πρόσφατα ένα εξαιρετικό έργο όπου χαρτογραφεί τη βία στην Jim Crow εποχή, όταν οι λευκές γυναίκες υποστήριζαν, εφάρμοζαν και προπαγάνδιζαν τη διατήρηση των ρατσιστικών νόμων θεμελιωδώς. Το ότι αυτή η ιστορία δεν έχει τελειώσει μπορεί να εντοπιστεί στη πρόσφατη περίπτωση όπου η λευκή γυναίκα Amy Cooper κάλεσε την αστυνομία ως ανταπόδοση για το ότι είχε τεθεί προ των ευθυνών της για την ανεύθυνη συμπεριφορά της προς τον Christian Cooper (δεν έχουν συγγένεια) που είναι ένας Μαύρος άντρας. Το μοτίβο της αθωότητας που συχνά παρατηρείται στα αντι-τρανς μηνύματα μπορεί να συσχετιστεί ευθέως με τα ρατσιστικά μοτίβα που έχουν συχνά χρησιμοποιηθεί για να διαιωνίσουν τη βία εναντίον περιθωριοποιημένων κοινοτήτων. H Amy Cooper άγγιξε άμεσα αυτό το μοτίβο. Οπότε, η κατανόηση των ισχυρισμών κατά των τρανς γυναικών ως βασισμένων σε αυτή την οπλοποιημένη αθωότητα, χρειάζεται να τοποθετηθεί στις αποικιοκρατικές συμπεριφορές που έχουν συχνά χρησιμοποιηθεί σε επιθέσεις που προωθούν τον κανόνα. Έχετε κατά νου ότι εδώ δεν μιλάμε για ‘‘πραγματικές σχέσεις’’ γιατί η αντι-τρανς βία παίρνει τη μορφή κατηγορικών καταγγελιών και η κατηγορική αθωότητα η οποία αγγίζεται, είναι έτσι μια οπλοποιημένη αθωότητα που έχει ακονίσει το αποικιοκρατικό σχέδιο ως κομμάτι του πατριαρχικού διαχωρισμού που αναθέτει επιθετικότητα στους άνδρες και αθωότητα στις γυναίκες. Το ‘‘Λευκή Αθωότητα’’ της Gloria Wekker είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο που ξετυλίγει αυτό το μοτίβο. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ενώ αυτή η αθωότητα χρησιμοποιείται κατά των τρανς γυναικών και θηλυκοτήτων, είναι πρώτα και κύρια ένα εργαλείο που βρίσκουμε σε ρατσιστικές δομές στις οποίες διατηρείται ακόμα κι όταν κινείται σε διαφορετικά πολιτικά πεδία. Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτά τα εργαλεία λειτουργούν διαφορετικά σε διαφορετικά πεδία, και ότι μια πολιτική της αθωότητας που εφαρμόζεται εναντίον λευκών τρανς ανθρώπων, λειτουργεί αρκετά λιγότερο σοβαρά από ότι όταν υπάρχει φυλετικοποίση στο παιχνίδι. Αυτή είναι η φύση των εργαλείων: το ότι μπορούν να λειτουργούν σε διάφορα πλαίσια, αλλά σε κάθε πλαίσιο με διαφορετικό τρόπο. Παρόλα αυτά, αυτά είναι τα εργαλεία που κρατούν όρθιο τον οίκο του αφέντη, για να παραφράσω την Audre Lorde. Για αυτό η λευκή πολιτική είναι αποικιοκρατική πολιτική εν τη γεννέσει της και δεν μπορεί να υπάρξει καμία τρανς απελευθέρωση χωρίς έμφαση σε αντι-ρατσιστικές, αντι-πατριαρχικές και αντι-αποικιοκρατικές πολιτικές. Με παρόμοιο τρόπο η απελευθερωτική πολιτική, ή η ίδια η θεωρία, ταξιδεύει επίσης από το Νότο στον Βορρά διασχίζοντας τον αποικιοκρατικό διαχωρισμό όπως σημειώνει η Sylvia Rivera Cusicanqui.
N.G.: Τί συμπέρασμα βγάζεις από αφηγήσεις που έμμεσα ή άμεσα απορρίπτουν την δυνατότητα της απομάκρυνσης από ένα έμφυλο δίπολο υπό τους όρους του χαρακτήρα αυτού ως ‘‘ταυτολογική δημιουργία ταυτότητας’’ κατ’ ακολουθία του μοντέλου ‘‘είμαι αυτό που λέω ότι είμαι’’;
M.D.: Ένα δίπολο στο κοινωνικό φύλο ή ακόμα πιο γελοιοδώς, η ‘‘βιολογία’’ ως ένα σημάδι πραγματικότητας, χάνει τουλάχιστον το γεγονός ότι η βιολογία είναι μια πολιτισμική επιστήμη που εφευρέθηκε στην Ευρώπη. Μια βιολογική αφήγηση δεν είναι per se ‘‘φυσικοποιημένη’’ σε διαφορετικά μέρη, εν μέρη επειδή η κοινωνία είναι οργανωμένη με διαφορετικούς όρους σε διαφορετικές κοινότητες και μέρη του κόσμου, ή επειδή οι ‘‘βιολογικοί’’ όροι δεν είναι ακριβώς υπαρκτοί ως τέτοιοι. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν φυσικές πραγματικότητες και διαφορές-φυσικά υπάρχουν, αλλά αυτές οι διαφορές ενεργοποιούνται διαφορετικά σε διαφορετικές κοινωνικές κατηγορίες. Ακόμα, σε αυτές τις προτάσεις για την πρωτοκαθεδρία μιας ‘‘βιολογικής πραγματικότητας’’ ο ρατσιστικός χαρακτήρας της απλούστευσης που ενυπάρχει σε αυτή την έννοια συχνά παραγνωρίζεται. Με μια αντι-τρανς πολιτική ετοιμότητα αυτο-αντικειμενοποίησης με τον υποβιβασμό της ηθικής, των οικονομικών σχέσεων και της κοινονικότητας σε μια βιολογική ουσία, προκύπτει το ερώτημα μέχρι που θα έφταναν οι υποστηρικτές τους με αυτές τις έννοιες περί ‘‘βιολογικής διαφοράς’’; Υπάρχει μια ολόκληρη ιστορια βίαιων ισχυρισμών που κρύβεται πίσω από αυτές τις τοποθετήσεις. Επιπροσθέτως, συχνά εκπλήσσομαι από το θράσσος τέτοιων ‘‘βιολογικών ισχυρισμών’’ ως ένα μέσο διεκδίκησης του φεμινισμού. Ένα μεγάλο κομμάτι του φεμινιστικού κινήματος στέκεται ενάντια σε αυτόν τον απλουστευτικό ισχυρισμό που βλέπει την βιολογία ως πεπρωμένο. Η μητέρα μου συχνά γίνεται έξαλλη όταν συναντά τέτοιες τοποθετήσεις, σε μεγάλο βαθμό γιατί ως φεμινίστρια χρειάστηκε να παλέψει τόσο πολύ ενάντια σε τέτοιους ισχυρισμούς.
Επιπροσθέτως, νομίζω ότι το να κάνεις μια τέτοια τοποθέτηση δείχνει την πνευματική φτώχεια των αντι-τρανς μηνυμάτων. Το να υποβιβάζεις την κοινωνική ζωή σε ‘‘βιολογική ουσία’’ σε τοποθετεί δεξιότερα από την ουσιοκρατική μεταφυσική του Αριστοτέλη. Παρόλα αυτά, έχει αξία να σημειώσουμε εδώ ότι για τον Αριστοτέλη υπήρχε ένας αρκετά απόλυτος διαχωρισμός μεταξύ θεωρίας και πρακτικής: δεν θα ήταν δυνατόν στην Αρχαία Ελλάδα να κάνει κάποιος τέτοιες τελειολογικές τοποθετήσεις που υποβιβάζουν τα ‘‘κοινωνικά φύλα’’ ή τα ‘‘είδη’’, αν θέλεις, σε μια απλή λειτουργία ή σε έναν κοινωνικό χώρο, που είναι στην πραγματικότητα η ύστερη ευγονική ανάγνωση του έργου του. Μία πρακτική ανάγνωση της ηθικής του Αριστοτέλη έχει χώρο για μια ηθική δημιουργία δρώντων υποκειμένων και με το που διανοίγεται αυτός ο χώρος, τα υπόλοιπα είναι πολιτική. Οπότε, ο Αριστοτέλης είναι πατριαρχικός επειδή αυτή είναι η πολιτική που επιβάλλει σε ένα μοντέλο αυτενεργειακής ρευστότητας. Αντ’ αυτού οι ‘‘βιολογικές αναγνώσεις’’ διεκδικούν ένα μετα-πολιτικό χώρο για το ‘‘βιολογικό ή το κοινωνικό φύλο’’ που είναι τρελά συντηρητικός: υπαγορεύει τη δράση στη βάση της σωματικότητας κάποιου. Είναι αρκετά επίπεδος ακόμα και ευγονικός.
Όπως επισημάνθηκε νωρίτερα, οι όροι μπορούν να λειτουργήσουν σε τοπικά πλαίσια για να κάνουν μια διαφοροποίηση μορφών σχεσιακότητας που αποθηκεύουν αναμνήσεις, σχεσιακότητες, και κοινωνική διορατικότητα, με το να τους αντιμετωπίζουμε ως ταυτολογικούς χάνουμε την ουσία του τί κάνουν οι όροι σε κοινωνικά πλαίσια. Με τον ίδιο τρόπο το να ισχυρίζεται κάποιος ότι ένας έγκυος τρανς άντρας είναι ‘‘γυναίκα’’ χάνει τον εξαναγκασμό, τη ζωή και τη διορατικότητα που αυτός ο άντρας κουβαλά. Οι όροι δεν είναι μόνο οικουμενικοποιητικές κατηγορίες αλλά λειτουργούν στο κοινωνικό επίπεδο για να συνδέσουν και να εξηγήσουν αυτό που αντιμετωπίζουμε.
N.G.: Είναι ενδιαφέρον το ότι επικαλείσαι τον όρο ‘‘μετα-πολιτικός’’ εδώ. Συχνά αντιτίθεμαι σε αυτήν την έννοια όταν χρησιμοποιείται για να περιγράψει μετα-κομμουνιστικές διαδικασίες μετασχηματισμού που θεωρητικά έχουν ξεφορτωθεί τον πολιτικό λόγο, αλλά μάλλον μπορούν μονάχα να αρθρώσουν προβληματισμούς με μοραλιστικούς, πολιτισμικούς ή αισθητικούς όρους. Συχνά αυτές οι διαγνώσεις γίνονται από μια ξεκάθαρα αριστερή οπτική, αλλά νομίζω ότι παραδόξως καταλήγουν σε πολύ βαρετές και ολοποιητικές αφηγήσεις για την (μετα-κομμουνιστική) δημόσια σφαίρα. Δεν θέλω να βγω πολύ εκτός θέματος, όμως, οπότε μπορείς να πεις μερικά λόγια σχετικά με το τι εννοείς όταν λες ότι οι προαναφερθείσες βιολογικές αναγνώσεις διεκδικούν έναν μετα-πολιτικό χώρο για το ‘‘βιολογικό ή το κοινωνικό φύλο’’;
M.D.: Μου αρέσει η εύστοχη παρατήρηση σου σχετικά με τις διαδικασίες μετα-κομμουνιστικού μετασχηματισμού που υποβιβάζονται στην γλώσσα, την αισθητική και τον μοραλισμό. Αυτό αποσπά την προσοχή από την αρκετά επιθετική πολιτική που στηρίζει αυτούς τους μετασχηματισμούς, δεν νομίζεις;
Μια παρόμοια συγχυση μπορεί να κατανοηθεί μέσα από το ότι υποβιβάζει μια τρανς κοινωνικότητα και πολιτική στη βιολογία. Από φιλοσοφική άποψη αυτές οι διαμάχες κρατάνε καιρό και έχουν κλείσει. Υπάρχει ολόκληρο (εγκεκριμένο από την επιστημονική κοινότητα) άρθρο στην Stanford Encyclopedia of Philosophy πάνω στις ‘‘Φεμινιστικές Οπτικές για Τρανς Θέματα’’ γραμμένο από την Talia Mae Betcher για αυτό το θέμα. Τραγικό από μια ρεαλιστική σκοπιά είναι φυσικά το ότι τέτοιες αντι-τρανς διαμάχες επιφέρουν πραγματική βία ενάντια στις τρανς γυναίκες, τρανς θηλυκότητες και επίσης ενάντια σε σις γυναίκες και θηλυκότητες, γιατί είναι σύμμαχες ή τις περνούν για τρανς. Δημιουργούν επίσης επιπρόσθετες διαδρομές για τον εξαναγκασμό σε μια κοινωνία που της λείπουν οι σύμμαχοι των τρανς ανθρώπων και των κουηρ.
Η βία διευκολύνεται από δομικές ανισότητες. Παρόλα αυτά, μια πολιτική συμπερίληψης συχνά προσπερνά το ποιος μένει εκτός πρόσβασης σε δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί επειδή δεν έχει τα οικονομικά μέσα, όπως σημειώνει η Nat Raha. Αυτό κάνει την αντι-τρανς πολιτική ιδιαίτερα λυπηρή, γιατί στόχος τους είναι η δημιουργία απόστασης εκεί που υπάρχει υπαρκτή αλληλεγγύη μεταξύ γυναικών και σις γυναικών, πράγμα που είναι απαραίτητο σε αυτούς τους καιρούς δεξιάς επιθετικότητας και λιτότητας. Περιέργως, κυρίαρχες πλειοψηφίες αγγίζουν τη γλώσσα της θυματοποίησης, λες και η ορολογία της δομικής καταπίεσης είναι ο μόνος τρόπος για να στηρίξεις οποιοδήποτε πολιτικό επιχείρημα. Αποπροσανατολίζει πολλές διαμάχες από τις πραγματικές δύσκολες συζητήσεις πάνω στο πως δημιουργούμε μορφές αλληλεγγύης, πως δημιουργούμε δίκτυα για κοινωνική επιβίωση ανθρώπων που δέχονται πιέσεις και επίσης πως να βάλουμε την φροντίδα αντί για την απόσταση, στην καρδιά των ντιμπέιτ για την κοινωνικότητα. Το να ωθήσουμε τις συζητήσεις στην κετεύθυνση του πολύ δυσκολότερου έργου της ανάλυψης ευθυνών, το να αναιρέσουμε το χάσμα που έχει δημιουργηθεί από τον μισογυνισμό, την κουηρ/τρανσφοβία, το να ενεργοποιήσουμε την αποζημίωση για την αποικιοκρατία και την σκλαβιά των Μαύρων ανθρώπων και το να επιστρέψουμμε γη και πόρους στις αυτόχθονες κοινότητες όλα απαιτούν μια πολύπλοκη ομάδα ηθικών ικανοτήτων που υποτιμάται ενεργά από μια πολιτική εξαναγκασμού. Ο δεξιός φεμινισμός προσπερνά αυτές τις πολυπλοκότητες με το να δίνει έμφαση στην απόσταση και την εξάρτηση από κατηγοριοποιήσεις, αντί να στρέφεται προς τις σχεσιακότητες. Αυτό που μπορούμε να διακρίνουμε είναι αυτή η τεράστια επένδυση στη διατήρηση και το ακόνισμα των γλωσσών και των εννοιών που βρίσκονται στην καρδιά της δομικής βίας, αντί να αγκαλιάσουμε το έργο που χρειάζεται να γίνει για να αναιρέσουμε αυτές τις βίες, τα ιστορικά εδραιωμένα αποτελέσματά τους-συμπεριλαμβανομένων των επιστημονικών τους προπύργιων, όπως οι ουσιοκρατίες. Όπως μας θυμίζει ο Robin Kelley, η μόνη απελευθέρωση είναι η ολική απελευθέρωση.
Για να κάνω μια μικρή παρατήρηση εδώ σχετικά με τη βία στο διαδίκτυο-υπάρχει πολύ, και δεν είναι μόνο διάσημες αντι-τρανς υποκινήτριες όπως η J. K. Rowling που δέχονται πολύ χυδαία μηνύματα, ακόμα και απειλές θανάτου. Αυτή είναι η ζωή για πολλές άσημες τρανς γυναίκες και θηλυκότητες. Αυτός είναι ο λόγος που το Mermaids, η Βρετανική οργάνωση που δουλεύει για τα δικαιώματα και το ευ ζην τρανς παιδιών, έδειξε αμέσως την ενσυναίσθηση του στην Rowling όταν διηγήθηκε τις παρελθοντικές της εμπειρίες με την βία. Οι τρανς άνθρωποι έχουν στενή σχέση με την βία, γιατί την δέχονται συχνά. Με κάποιον τρόπο αυτό εξαφανίζεται από τις ουσιοκρατικές διαμάχες.
N.G.: Ναι όντως θυμάμαι να διαβάζω μια πρόσφατη συνέντευξη με το Judith Butler στην οποία της ζητάνε να σχολιάσει την κακοποιητική γλώσσα που χρησιμοποιείται κατά της Rowling και κάνει μια πολύ σωστή παρατήρηση-ότι ενώ θεωρεί πως κανείς δεν πρέπει να υφίσταται κακοποίηση, το να μη διερωτόμαστε για τη βία που ασκείται σε τρανς ανθρώπους σε όλο τον κόσμο δημιουργεί μεγάλη σύγχυση… Τέλος ήθελα να ρωτήσω τι σχέση θεωρείς ότι έχει μια αντίσταση στον υποβιβασμό της σεξουαλικής διαφοράς στην ‘‘βιολογική πραγματικότητα’’ ενός διπόλου μεταξύ αντρών και γυναικών με μια θεματική που γνωρίζω ότι είναι σημαντική στο έργο σου, δλδ. με την αναίρεση ορισμένων λογικών ταξινόμησης;
M.D.: Με την δρομολόγηση του προβληματισμού μας πάνω στο πως ορισμένες τάξεις αναδύονται-αυτό σημαίνει ότι υπάρχει κάποια απόσταση μεταξύ κατηγοριών και κοινωνικής ζωής-καθίσταται ενδιαφέρον το να διερωτηθούμε πάνω στο σε τι χρησιμεύουν ορισμένες τάξεις. Οι ομογενοποιητικές κατηγορίες τίθενται στην υπηρεσία του ελέγχου. Προκύπτει λοιπόν ένα ερώτημα: ποιός θέλει να ελέγχει τι ή ποιον και με τί σκοπό; Δυστυχώς, οι λευκές γυναίκες-ειδικά αλλά όχι αποκλειστικά αυτές της μεσαίας τάξης-έχουν συχνά υπάρξει οι θεματοφύλακες του κανόνα. Αυτό εξηγεί εν μέρη γιατί τόσες λευκές γυναίκες ψηφίζουν τον Trump, ο οποίος είναι γνωστό ότι παρενοχλεί γυναίκες: η λευκότητα υπερισχύει του φύλου. Από τη στιγμή που η λευκή πολιτική είναι εγγενώς αρρενωπή, η λευκότητα είναι η πρώτη νόρμα που χρήζει υπεράσπισης. Δεύτερον, βλέπουμε λευκές γυναίκες να υπερασπίζονται το αρρενωπό παιδί, για παράδειγμα υπερασπιζόμενες τον διαχωρισμό (δείτε την McRae για μια ιστορική καταγραφή αλλά επίσης δείτε σύγχρονες αφηγήσεις για τη σύνδεση μεταξύ ταχυδρομικών κωδίκων και σχολικού διαχωρισμού). Όταν σκεφτόμαστε την αντι-τρανς πολιτική ως κάτι που υπερασπίζεται τον λευκό, αρρενωπό κανόνα, χρησιμοποιώντας ξεκάθαρα ρατσιστικά μοτίβα λευκής αθωότητας γίνεται ξεκάθαρο ότι υπάρχει μια υπεράσπιση του κανόνα ενάντια στην επιδρομή τρανς γυναικών και θηλυκοτήτων, που ιστορικά υφίστανται αποκλεισμό από το να ζουν μια ολοκληρωμένη ζωή κάτω από αυτό το ίδιο λευκό καθεστώς, και σίγουρα όταν φυλετικοποιούνται. Μια κατανόηση αυτών των αλληλοδιαπλεκόμενων πιέσεων και αποκλεισμών θα πρέπει να χαρακτηρίζει μια τρανς πολιτική ως αντι-αποικιοκρατική πολιτική, αντί για απλά ή μονάχα μια πολιτική που απαιτεί να παύσει ο αντι-τρανς λόγος.
Σε τελική ανάλυση η τρανς πολιτική έχει να κάνει με την προσωπική ανάπτυξη μέσα από τις πολλές διαφορές που ενυπάρχουν τόσο εντός του προσωνύμιου ‘‘τρανς’’ όσο και εκτός αυτού του προσωνυμίου. Οι τρανς και σις λεσβίες, οι bi γυναίκες και θηλυκότητες, όπως και οι σύμμαχες straight γυναίκες πάντα συνεργάζονταν, αγαπιόντουσαν, μεγάλωναν παιδιά και φρόντιζαν τις κοινότητες τους, εν μέρη γιατί μοιράζονται και διαμορφώνουν την ίδια κοινότητα. Υπάρχει μια βαθειά και εμβριθής πολιτική στην φροντίδα ως πολιτική δημιουργίας σχέσεων και ως κομμάτι μιας ευρύτερης πολιτικής πράξης. Προσφέρει μια πολύπλοκη ομάδα ηθικών ικανοτήτων, που βασίζεται σε μια πολιτική αφουγκράσματος, συνεργασίας, και αμοιβαίας βοήθειας που αποτελούν τη βάση για μια στιβαρή πολιτική απελευθέρωσης.
Μτφρ: Νεφέλη Παπαδημητροπούλου


Leave a comment